Η κατεδάφιση των αναμνήσεων

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Πετράλωνα, εκεί όπου παραμένει ακόμα η καρδιά μου μαζί με τις αναμνήσεις και τις εικόνες μιας εποχής ιδιαίτερα έντονης λόγω της ηλικίας μου.


Για εμένα τα Πετράλωνα, ακόμα και τώρα, μισό αιώνα περίπου μετά τις πρώτες εικόνες, παραμένουν μια «ασπρόμαυρη» ταινία. Θα μου πείτε ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς, καθώς εκεί εξελίσσεται η υπόθεση της (κατ’ εμέ) κορυφαίας ελληνικής ταινίας όλων των εποχών: «Συνοικία το όνειρο».

Κάθε φορά που βραδιάζει στην πλατεία Μερκούρη, με τα πολλά φώτα πλέον, αισθάνομαι ότι στην έρημη πρώην ταβέρνα του Δεδιώτη θα δω τη φιγούρα του Αλεξανδράκη να χορεύει έντονα, καθώς ο Μπιθικώτσης θα τραγουδάει αυτό το στιχουργικό αριστούργημα που λέει: «Βρέχει στη φτωχογειτονιά».

Τα Πετράλωνα παραμένουν στο μυαλό μου η ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, όπου ο γείτονας ήταν σημείο αναφοράς στην καθημερινότητά σου, με τα καλά και τα άσχημα. 

Το θετικό ήταν ότι άκουγες τις «καλημέρες» κατά ριπάς κάθε πρωί από τα μπαλκόνια ή το δρόμο και ότι, κάθε φορά που απουσίαζες, ήξερες ότι ο γείτονας θα προσέχει το σπίτι σου. 

Το αρνητικό ήταν ότι υπήρχε πάντοτε η μερίδα των ανθρώπων που «εισχωρούσε» στην προσωπική σου ζωή, χωρίς φυσικά να το θέλεις ή να έχεις δώσει το δικαίωμα.

Το μεσημέρι ήταν πάντοτε συνδεδεμένο με το σπιτικό καλομαγειρεμένο φαγητό, η οσμή του οποίου κάλυπτε τις γειτονιές. 

Το βραδάκι αντίστοιχα το συνόδευαν η ησυχία, το σκοτάδι και η οσμή του νυχτολούλουδου που διαχεόταν παντού.

Τα καλοκαιρινά απογεύματα ήταν σκέτη απόλαυση να βλέπεις τους ηλικιωμένους να βγάζουν τις πολυθρόνες τους στο πεζοδρόμιο, να γίνονται παρέα, να τρώνε, να πίνουν και φυσικά να κοιτάζουν κι ενίοτε να σχολιάζουν οποιονδήποτε περνούσε από μπροστά τους. 

Κι αντίστοιχα η ησυχία στα βράδια του καλοκαιριού διακοπτόταν από τους ήχους του πηρουνιού ή του κουταλιού, του γέλιου, από τους ανθρώπους που απολάμβαναν τη χαλάρωση στα μπαλκόνια τους.

Ήταν σαν να βλέπεις έναν ολόκληρο κόσμο στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. 

Η μέρα άρχιζε από το πρωί με παιχνίδι στη γειτονιά. Μαζευόμασταν μόνο το μεσημέρι, για να φάμε αλλά και για να σεβαστούμε την ώρα κοινής ησυχίας (άγνωστη λέξη πλέον), πριν ξεχυθούμε πάλι το απόγευμα στους δρόμους. 

Μείναμε εκεί μέχρι αργά το βράδυ, με την ελπίδα να μην ακούσουμε νωρίς τους γονείς μας να μας φωνάζουν από το μπαλκόνι για να «μαζευτούμε»!

Όλα έχουν αλλάξει πλέον και μόνο όσα διατηρώ στο μυαλό μου έμειναν ίδια. Μια εικόνα δεν αντέχω: αυτή της κατεδάφισης κάθε παλιάς μονοκατοικίας, ώστε να ξεφυτρώσει στη θέση της ένα σύγχρονο πολυόροφο κτίριο.

Ακόμα και η μετατροπή των Πετραλώνων σε «place to be» για τη νεολαία, με τα δεκάδες μπαρ, εστιατόρια, καφέ και οτιδήποτε άλλο, που ανάγκασε τους κατοίκους σε βίαιη προσαρμογή, λιγότερο με ενοχλεί από το γκρέμισμα των παλιών σπιτιών ή των γραφικών συνοικιακών μικρομάγαζων. 

Δεν είναι εύκολο να έχεις τραπεζοκαθίσματα έξω από την πόρτα σου, να συνηθίσεις τον θόρυβο ή, κυρίως, να αντέξεις τα ακριβά ενοίκια.

Ακόμα και η μετατροπή των παραδοσιακών καφενείων ή μαγειρείων σε σύγχρονα «in» μαγαζιά φαντάζει τόσο αθώα μπροστά στην κατεδάφιση.

Αισθάνομαι ότι γκρεμίζονται ταυτόχρονα οι αναμνήσεις, οι εικόνες, τα πάντα που ζωγράφισαν τη ζωή μου. Κι όσο έρχονται αυτόματα στο μυαλό στιγμές από το «τότε», ένα καρδιοχτύπι, ένα αστείο, ένα φιλί στα κρυφά, τόσο μεγαλώνει η θλίψη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

10/11/1938: Νεκρός ο Κεμάλ Ατατούρκ, τι έγραφαν οι εφημερίδες στην Ελλάδα

Μενίδι, 1929: Δολοφόνησε τον πατέρα του αλλά τον σκότωσε ο αδερφός του

Οι influencers που κάνουν τους δημοσιογράφους και οι δημοσιογράφοι που κάνουν τους influencers