Όλοι οι τενεκέδες κάνουν θόρυβο
Η κοινωνία μας, δυστυχώς, έχει επιλέξει να επιβραβεύει τον θόρυβο. Όχι τον θόρυβο της δημιουργικότητας ή της αυθεντικής έκφρασης, αλλά τον θόρυβο των "τενεκέδων" — εκείνους τους άδειους, φλύαρους, εξωτερικά εκρηκτικούς ήχους που επιδιώκουν να καλύψουν κάθε πιθανότητα σιωπής και στοχασμού.
Στην εποχή μας, η φασαρία έχει αναδειχθεί σε το πιο
πολύτιμο αγαθό, και η πραγματική επικοινωνία, η ουσιαστική συνεννόηση, έχει
γίνει απλώς μια περιττή πολυτέλεια.
Το τίποτα έχει κατορθώσει να επιβιώσει ακριβώς γιατί
φωνάζει. Και όσο φωνάζει, η παρουσία του αναγνωρίζεται, η "ύπαρξή"
του, σε εισαγωγικά, επικυρώνεται. Οι τενεκέδες, κενές κούρσες που δεν περιέχουν
τίποτα πέρα από την επιθυμία να τραβήξουν την προσοχή, έχουν κυριαρχήσει στη
σύγχρονη κοινωνία.
Τα πάντα σήμερα είναι γεμάτα από αυτούς: τα μέσα
μαζικής ενημέρωσης, οι δημόσιες συζητήσεις, η πολιτική, ακόμη και οι προσωπικές
σχέσεις. Η ησυχία της σκέψης, η βαθιά ανάλυση, είναι πλέον δυσδιάκριτες,
καταπλακωμένες από την εκκωφαντική παρουσία της φασαρίας.
Αυτοί οι θόρυβοι, όμως, δεν είναι τυχαίοι. Είναι
στρατηγικά κατασκευασμένοι, φτιαγμένοι να κερδίζουν την προσοχή, να
καταλαμβάνουν τον χώρο, να αντηχούν σε κάθε γωνία της δημόσιας ζωής.
Οι τενεκέδες δεν χρειάζονται καμία ουσία για να
υπάρξουν. Αρκεί η ικανότητά τους να κάνουν φασαρία, να είναι πάντα μπροστά και
να επαναλαμβάνουν χωρίς τέλος τις ίδιες, κενές ρητορείες.
Είναι το τίποτα που δεν φοβάται την απουσία, γιατί η απουσία του αποκαλύπτει αμέσως τη γύμνια του.
Και ενώ σε μια κοινωνία που ευνοεί τη σκέψη και τον
διάλογο, οι τενεκέδες θα είχαν ξεχωρίσει εύκολα ως εκείνοι που απλώς δεν
μπορούν να συνεισφέρουν, εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Ο θόρυβός τους είναι πλέον
το σημείο αναφοράς.
Στην επικοινωνία που βασίζεται στις υπερβολές, στη
διαρκή αναστάτωση, στη συγκίνηση χωρίς περιεχόμενο, ο διάλογος και η λογική
υποχωρούν. Γιατί σε έναν κόσμο που υπερασπίζεται το θόρυβο, η φωνή του τίποτα
ακούγεται πιο δυνατά απ' όλων των άλλων.
Ο λόγος της ησυχίας, της λογικής, και του βάθους
έχει μετατραπεί σε κάτι αναχρονιστικό, σχεδόν εξεζητημένο. Η κοινωνία έχει ήδη
προσαρμοστεί στον ρυθμό του τίποτα, γιατί αυτός ο ρυθμός είναι ο πιο άμεσος, ο
πιο εύκολος, και ο πιο κατανοητός για τους πολλούς.
Δεν απαιτεί σκέψη, δεν απαιτεί εμβάθυνση – απαιτεί
μόνο φωνές.
Και έτσι οι τενεκέδες, γεμάτοι από το αέναο κενό
τους, περιφέρονται αμέριμνοι, καθώς οι γύρω τους καταβροχθίζουν το τίποτα που
σερβίρουν. Όσο πιο έντονα φωνάζουν, τόσο πιο άξιοι φαίνονται, μέχρι που
καταλήγουν να είναι οι μόνοι που ακούγονται.
Στην κοινωνία της φασαρίας, το τίποτα έχει
γίνει ο κανόνας, και η ουσία έχει εκδιωχθεί στην περιφέρεια, χωρίς να έχει θέση
στην κεντρική σκηνή.
Και το παράδοξο είναι ότι, όσο πιο πολύ θορυβούν,
τόσο περισσότερο επιβεβαιώνουν τη θέση τους στην κοινωνία αυτή: στην κοινωνία
των τενεκέδων.
Ο διάλογος, η σκέψη, η αμφιβολία, είναι όλα ήσυχα
και αόρατα, σχεδόν ανύπαρκτα. Οι φωνές του τίποτα έχουν πια το τελευταίο λόγο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου